14/03/2026
Κύπρος
Κόσμος Κύπρος Πρωτοσέλιδα

Σχέδια για κοινή Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης από Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρο στη Μεσόγειο

Σε προχωρημένες συζητήσεις για τη δημιουργία κοινής Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης βρίσκονται το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος, σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύει η ελληνική εφημερίδα «Τα Νέα».

Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, η υπό σχεδιασμό δύναμη θα αριθμεί περίπου 2.500 στρατιωτικούς και θα έχει αποστολή την επιτήρηση της Μεσογείου, καθώς και την άμεση αντίδραση σε ενδεχόμενες απειλές ή επιθέσεις που αφορούν κρίσιμες υποδομές και θαλάσσιες οδούς.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η δύναμη θα αποτελείται από χερσαία, αεροπορικά και ναυτικά στοιχεία, με κοινό επιχειρησιακό συντονισμό. Οι επιχειρήσεις της θα υποστηρίζονται από στρατιωτικές βάσεις και υφιστάμενες υποδομές στο Ισραήλ και την Κύπρο, καθώς και στα ελληνικά νησιά Ρόδο και Κάρπαθο, τα οποία θεωρούνται κομβικά σημεία για την επιτήρηση της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι σχεδιασμοί αυτοί έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής ανησυχίας στην ευρύτερη περιοχή. Πηγές αποδίδουν την πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων, στη συνεχιζόμενη ενίσχυση των τουρκικών εξοπλισμών, αλλά και σε πρόσφατα περιστατικά στη Βαλτική Θάλασσα, όπου κινεζικά και ρωσικά πλοία φέρονται να προκάλεσαν ζημιές σε υποθαλάσσια καλώδια και ενεργειακές υποδομές, σε ενέργειες που χαρακτηρίστηκαν ως πιθανές πράξεις δολιοφθοράς.

Αξιωματούχοι που επικαλείται το δημοσίευμα τονίζουν ότι η υπό σύσταση δύναμη δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένης χώρας, αλλά αποσκοπεί στην κάλυψη ενός στρατηγικού κενού ασφάλειας στην περιοχή, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την προστασία αγωγών φυσικού αερίου, υποθαλάσσιων καλωδίων και ενεργειακών πλατφορμών.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η δύναμη αναμένεται να αποτελείται από 1.000 στρατιωτικούς από το Ισραήλ, 1.000 από την Ελλάδα και 500 από την Κύπρο, ενώ στόχος είναι η ενίσχυση της συνεργασίας, της διαλειτουργικότητας και της έγκαιρης προειδοποίησης απέναντι σε απειλές.

Το εγχείρημα εκτιμάται ότι έχει και ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς συνδέεται με τη διασφάλιση της απρόσκοπτης μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου προς την Ευρώπη, σε μια περίοδο αυξημένης ενεργειακής αστάθειας.

Οι συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν ανακοινωθεί επίσημες αποφάσεις από τις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις.