Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο εκδήλωσης δεύτερου κύματος γρίπης στην Κύπρο, παρά τη σχετική σταθερότητα που καταγράφεται μέχρι στιγμής στην επιδημιολογική εικόνα, σύμφωνα με τον Καθηγητή Μικροβιολογίας και Μοριακής Ιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Πέτρος Καραγιάννης.
Σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ, ο Δρ. Καραγιάννης επισημαίνει ότι, αν και δεν παρατηρείται προς το παρόν έντονη έξαρση που να οδηγεί σε κατάρρευση του συστήματος υγείας, τα δεδομένα δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.

Όπως εξηγεί, τα περιστατικά λοιμώξεων συνεχίζουν να καταγράφονται με σταθερό ρυθμό, ωστόσο το σύστημα υγείας αντιμετωπίζει αυξημένες λειτουργικές δυσκολίες, κυρίως λόγω της ανάγκης απομόνωσης ασθενών με διαφορετικούς ιούς σε ξεχωριστούς θαλάμους.
Αβεβαιότητα για την εξέλιξη των ιών
Ο Καθηγητής τονίζει ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα αν θα υπάρξει δεύτερο κύμα με αισθητή έξαρση ή αν η κυκλοφορία των ιών θα παραμείνει σε διαχειρίσιμα επίπεδα. «Το σκηνικό παραμένει ρευστό», σημειώνει, υπογραμμίζοντας πως η συμπεριφορά των ιών δεν ακολουθεί πάντα προβλέψιμα πρότυπα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το ενδεχόμενο δεύτερου κύματος γρίπης είναι υπαρκτό, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί σημαντική κυκλοφορία της γρίπης τύπου Β, η οποία παραδοσιακά εμφανίζει αυξημένη δραστηριότητα αυτή την περίοδο.
Αντίθετα, κυκλοφορούν κυρίως στελέχη της γρίπης τύπου Α, με επικρατέστερο το νέο υποστέλεχος Κ.
RSV σε ηλικιωμένους – Ένα ασυνήθιστο φαινόμενο
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, σύμφωνα με τον Δρ. Καραγιάννη, και η αυξημένη παρουσία περιστατικών του Αναπνευστικού Συγκυτιακού Ιού (RSV) σε ηλικιωμένους. Πρόκειται, όπως αναφέρει, για μια ασυνήθιστη εξέλιξη, καθώς ο συγκεκριμένος ιός προσβάλλει κυρίως βρέφη και μικρά παιδιά και συνήθως εμφανίζεται νωρίτερα στον χειμώνα.
«Φέτος η εικόνα είναι διαφορετική και δεν ακολουθήθηκε η συνήθης χρονική αλληλουχία», αναφέρει, εκτιμώντας ότι το νέο υποστέλεχος της γρίπης Α ενδέχεται να επηρεάζει συνολικά τη συμπεριφορά των ιών.
Ρόλος ανοσίας και εμβολιασμού
Απαντώντας στο κατά πόσο ένα πιθανό δεύτερο κύμα σχετίζεται με το νέο υποστέλεχος ή με χαμηλή ανοσία στον πληθυσμό, ο Καθηγητής ξεκαθαρίζει ότι ισχύουν και οι δύο παράγοντες. Όπως λέει, δεν υπάρχει ακόμη επαρκής ανοσία στην κοινότητα έναντι του υποστελέχους Κ, ενώ η υπάρχουσα ανοσία αφορά κυρίως παλαιότερα στελέχη της γρίπης Α.
Τονίζει, ωστόσο, ότι ο εμβολιασμός, σε συνδυασμό με τη μερική φυσική ανοσία, προσφέρει ουσιαστική προστασία, περιορίζοντας τη σοβαρότητα της νόσησης και τον κίνδυνο νοσηλείας.
Υπενθυμίζει ότι τα φετινά εμβόλια καλύπτουν δύο στελέχη γρίπης Α και ένα της γρίπης Β και, παρότι δεν αποτρέπουν πάντα τη μόλυνση, μειώνουν σημαντικά τις επιπλοκές.
Μέχρι τον Μάρτιο η κυκλοφορία της γρίπης
Σε ό,τι αφορά τον χρόνο εμβολιασμού, ο Δρ. Καραγιάννης σημειώνει ότι «υπάρχει ακόμη περιθώριο», καθώς απαιτούνται περίπου δύο εβδομάδες για την ανάπτυξη πλήρους ανοσίας. Όπως αναφέρει, αρκετοί επιστήμονες στην Ευρώπη εκτιμούν ότι η γρίπη ενδέχεται να συνεχίσει να κυκλοφορεί μέχρι και τον Μάρτιο.
Σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του εμβολίου, επικαλείται δεδομένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τα οποία η φετινή προστασία φτάνει έως και το 50%, έναντι μέσου όρου 65% άλλων ετών.
«Ακόμη και σε περίπτωση μόλυνσης, η νόσηση είναι σαφώς πιο ήπια», σημειώνει.
Γρίπη, COVID-19 και διάγνωση
Ο Καθηγητής διευκρινίζει ότι δεν αναμένονται διαφοροποιήσεις στα συμπτώματα σε σχέση με το πρώτο κύμα, με εξαίρεση τα μικρά παιδιά, στα οποία ενδέχεται να παρουσιαστούν και γαστρεντερικές ενοχλήσεις.
Οι σοβαρές επιπλοκές, όπως επισημαίνει, αφορούν κυρίως υπερήλικες και ευάλωτες ομάδες. Αν και στην Κύπρο οι θάνατοι από γρίπη παραμένουν περιορισμένοι, φέτος καταγράφεται αύξηση, ενώ σε χώρες όπως η Ελλάδα αναφέρονται 20 με 25 θάνατοι εβδομαδιαίως.
Σε ό,τι αφορά την ετοιμότητα του συστήματος υγείας, σημειώνει ότι υπάρχει σχεδιασμός για διάθεση επιπλέον κλινών αν χρειαστεί.
Τέλος, υπογραμμίζει ότι η COVID-19 συνεχίζει να εμφανίζει αυξομειώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, καθώς δεν αποτελεί εποχικό ιό, ενώ ξεκαθαρίζει ότι ο μόνος ασφαλής τρόπος διάκρισης μεταξύ γρίπης και COVID-19 είναι ο εργαστηριακός έλεγχος, καθώς τα συμπτώματα συχνά είναι παρόμοια.




