Σοβαρά ερωτήματα εγείρονται το τελευταίο διάστημα σχετικά με τη χρήση προσωπικών δεδομένων μελών και πολιτών από πολιτικά κόμματα, ιδιαίτερα ενόψει εκλογικών διαδικασιών και της προώθησης υποψηφιοτήτων
.
Σύμφωνα με αναφορές που καταγράφονται, αρκετοί πολίτες λαμβάνουν μηνύματα ενημέρωσης ή προώθησης υποψηφίων, ακόμη και από πρόσωπα που δεν ανήκουν στο κόμμα το οποίο οι ίδιοι υποστηρίζουν ή στο οποίο είναι εγγεγραμμένα μέλη.
Το γεγονός αυτό προκαλεί προβληματισμό, καθώς δημιουργούνται ερωτήματα σχετικά με το πώς αποκτούνται και πώς χρησιμοποιούνται τα προσωπικά στοιχεία επικοινωνίας των πολιτών, όπως αριθμοί τηλεφώνου και στοιχεία επικοινωνίας.

Ιδιαίτερα κατά τις προεκλογικές περιόδους, η επικοινωνία υποψηφίων με ψηφοφόρους μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων, εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων ή άλλων ψηφιακών μέσων είναι συχνή πρακτική. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα μέχρι ποιο σημείο επιτρέπεται η αξιοποίηση προσωπικών δεδομένων από κόμματα και υποψηφίους.
Η νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων προβλέπει ότι η χρήση προσωπικών στοιχείων πρέπει να γίνεται με συγκεκριμένο σκοπό, διαφάνεια και συγκατάθεση των πολιτών, ενώ απαγορεύεται η ανεξέλεγκτη διάδοση ή αξιοποίηση των δεδομένων αυτών για διαφορετικούς σκοπούς.
Με δεδομένες τις αναφορές που προκύπτουν, πολίτες ζητούν ξεκάθαρη ενημέρωση για το πώς διαχειρίζονται τα κόμματα τα προσωπικά δεδομένα των μελών τους, αλλά και για το αν υπάρχει επαρκής έλεγχος ως προς τη διαβίβαση ή αξιοποίησή τους από υποψηφίους.
Το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει και τις αρμόδιες αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς η διαφάνεια στη διαχείριση τέτοιων στοιχείων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών.




